Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Άγνωστη πορεία

Τίποτα δεν είναι να φύγεις απ' το βήμα
να κάνεις βόλτα σε άγνωστη πορεία
αυτό πραγματεύεται τούτο το ποίημα
μια τέτοια θα διηγηθώ ιστορία.

Ένας άνθρωπος τον κόσμο στα πόδια του είχε
τον κληρονόμησε απ του γονιού το γένος
κανείς δεν τον ζύγωνε, γύρω του η πάρτη του υπήρχε
με τίποτα δεν έμενε ευχαριστημένος.

Όσοι τον ήξεραν, τα λόγια μετρούσαν
το όνομα του κουβαλούσε σκιά
ο τρόμος στα μάτια τους, μόλις τον συναντούσαν
κοντά του δεν δίστασε μοναχά μια γιαγιά.

Η γιαγιά δεν άνηκε στην ξακουστή του φάρα
αυτός που όλοι τον φοβόταν
μια φράση της του έδωσε μεγάλη τρομάρα
τα χρόνια περνούσαν μα αυτός την σκεφτόταν.

Μα ο τρόπος δεν άλλαζε τον κόσμο πως βλέπει
προβλήματα δεν είχε πότε από υγεία
απρόσιτος ο καθένας στην δική του στέπη
ο καιρός μοναχά σκιάζει τα θηρία.

Και τα χρόνια περνάνε
Δεν γίνεται ότι θελήσεις
τα μαλλιά του ασπρίσαν
παρέα με λεφτά θα αποκτήσεις.

Στην στεριά ναυαγεί
έρμαιο σε μισθοφόρους
δεν έκανε βλέπετε παιδί
μην μοιραστεί τους πόρους.

Όσο τον κόσμο στα πόδια του είχε,
ποτέ δεν ήταν ευτυχισμένος
μια γυναίκα μονάχα κοντά του υπήρχε
Ήθελε να την ελέγχει μην δείξει ερωτευμένος.

Δεν ήθελε να την έχει με τα λεφτά του
μα συνέχεια επίδειξη έκανε μ' αυτά
αυτοκτόνησε για την λεβεντιά του
αφού την παράτησε με μια ψυχή στην κοιλιά.

Αμείλικτος πάντα και στις επιχειρήσεις
μονάχα αντίπαλος, του ήταν προσιτός
η ώρα κοντεύει το βιoς σου να αφήσεις
σκέφτηκε πονηρά και όχι σκυφτός.

Ένας μόνο υπήρχε, να του μοιάζει στα νιάτα
διευθυντής απόλυτος στην δική του πορεία
τον στόχο, τον ξετρύπωνε πάντα
με πονηριά μαεστρία και που και που με βία.

Οι ικανότητες του, τον είχανε πείσει
προκείμενου η καρέκλα να μείνει κενή
Σαν αυτός πέθαινε, να την αφήσει
να κάνει και άλλος την δική του ζωή.

Τον έκανε μεγάλο, ήθελε εκείνος κι άλλο
φιλόδοξος, του γυάλισε το μάτι
ο γέρος αφηρημένος και ξάφνου προδομένος
ξυπόλυτος ξεμένει από απάτη.

Θυμήθηκε τότε της γριάς τα λόγια
Λόγια που βρήκανε εφαρμογή
''ότι κάνεις θα βρεις, ίσια ή υπόγεια''
όταν μόνο γι αυτόν έτρεμε η γη.

Στον δρόμο μένει, βαριά ανασαίνει
ταλαίπωρος και πληγωμένος
να τον καταπιεί η γη, μην και κανείς το δει
και πει πόσο έπεσε του γονιού του το γένος.
οι άνθρωποι δεν τον ένοιαζαν ,κοιτούσε αριθμούς 
νούμερο έγινε και αυτός , μια στατιστική 
σαν σπέρνεις θύελες , θερίζεις κεραυνους 
ξυπόλυτος νοιώθεις την βροχή.

Συμπόνοια δεν γνώρισε σαν θύμα
Αυτός που ανήκε στα θαλάσσια θηρία
ξεβράστηκε στην ακτή απ το κύμα
όλη η ζωή του μια τιμονιά, σε άγνωστη πορεία.


Για την

Πηγή: ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου