Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Η περγαμηνή της μέρας(ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ)



ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ
-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες•
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια•
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα•
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.
-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα•
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.
-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

 
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης. 


Η περγαμηνή της μέρας (Ο ΑΜΛΕΤ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ)


Ο ΑΜΛΕΤ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
Ξεγέλασες τους ουρανούς με ξόρκια μαύρη φλόγα
Πως η ζωή χαρίζεται χωρίς ν' ανατραπεί
Κι όλα τα λόγια των τρελών που ήταν δικά μας λόγια
Τα μάγευες με φάρμακα στην άσωτη σιωπή
Πενθούσες με τους έρωτες γυμνός και μεθυσμένος
Γιατί με τους αθάνατους είχες λογαριασμούς
Τις άριες μιας όπερας τραύλιζες νικημένος
Μιας επαρχίας μαθητής μπροστά σε δυο χρησμούς
Τι ζήλεψες τι τα ‘θελες τα ένδοξα Παρίσια
Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πια παντού είναι τεκές
Διεκδικούσες θαύματα που δίνουν τα χασίσια
Και παραισθήσεις όσων ζουν μέσα στις φυλακές
Και μια βραδιά που ντύθηκες ο Άμλετ της Σελήνης
Έσβησες μ' ένα φύσημα τα φώτα της σκηνής
Και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις
Μιας τέχνης και μιας εποχής παλιάς και σκοτεινής

Μάνος Ελευθερίου

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Η περγαμηνή της μέρας (ΤΟ ΠΟΥΣΙ).


ΤΟ ΠΟΥΣΙ
Έπεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δεις
Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί
Πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου
Κάτου στα νερά του Πορτ Πεγάσου
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή
Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυο του πόδια στις καδένες
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία θα ζαλιστείς
 Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
είν' αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλα
Φύγε, εσέ σου πρέπει στέρεα γη
Ήρθες να με δεις, κι όμως δε μ' είδες
Έχω απ' τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρα απ' τις Εβρίδες

Νίκος Καββαδίας

Η περγαμηνή της μέρας.( ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ)

 
 ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ
Και αν δεν μπορείς να κάνεις την ζωή σου
όπως την θέλεις,
Τουλάχιστόν τούτο προσπάθησε: μην την εξεφτελίζεις
Μες την πολλή συνάφεια του κόσμου,
Μες στες πολλές κινήσεις και ομιλίες.
Μην την εξεφτελίζεις πηαίνοντας την
Γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντας την
Στων σχέσεων και των συναναστροφών
Την καθημερινήν ανοησία,
Ως που να γίνει σαν μια ξένη φορτική
 .

Κ. Π. Καβάφης
1913



Η περγαμηνή της μέρας.(ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ)





ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει
Τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου
Χωρίς να καίει τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι αμερικάνοι
Λογαριάζουν ποσά δολάρια κάνει
Το υπερούσιο μέταλλο σου.
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ’ αγοράσουν
Έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι
Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,
Πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
Οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
Με το πορτραίτο του Dorian Gray.
Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
Μακρινά δάση ρημαγμένοι κήποι,
Όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
Σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε,
Και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
Νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει.

Κώστας Καρυωτάκης